Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ


      Ρατσισμός είναι η μεροληπτική αντιμετώπιση εις βάρος ατόμων, ομάδων, φυλών.
Ο ρατσισμός εκδηλώνεται ποικιλότροπα με διακρίσεις φυλών, φύλων, κοινωνικών μειονοτήτων, με εθνικιστικές διακρίσεις, με φασισμό. Ρατσισμός θεωρείται και η διάκριση βάσει επαγγελματικών, οικονομικών και πνευματικών δεδομένων. Σήμερα αναβιώνει κυρίως ο κοινωνικός ρατσισμός.
     Όταν μια κοινωνία αντιμετωπίζει προβλήματα, οικονομικά, πολιτικά που αφορούν στη διατήρηση και πρόοδο της, όταν οι κυβερνήσεις βρίσκονται αδύναμες να αντιμετωπίσουν τις καταστάσεις αυτές, τότε η δυσαρέσκεια και η ανάγκη εκτόνωσης της κρίσης, μας παραπέμπουν στους "ξένους".
Αυτοί μετατρέπονται σε θύματα, και σε αυτούς ενσαρκώνονται τα αίτια όλων των αρνητικών φαινομένων.
      Ο βαθμός επιρροής των θρησκευτικών δοξασιών στον τρόπο σκέψης των ανθρώπων, μπορεί να οδηγήσει σε θρησκευτική μισαλλοδοξία και θρησκευτικό πόλεμο.
      Τα κάθε μορφής συμφέροντα, οικονομικά κυρίως αλλά και εδαφικά κοινωνικά πολιτικά  και η επιθυμία των ατόμων και λαών για απόκτηση δύναμης και εξουσίας, γεννούν εκμεταλλευτικές τάσεις και διαθέσεις.
     Η κοινωνική διαστρωμάτωση μπορεί να αναφερθεί ως σημαντικός παράγοντας κοινωνικού ρατσισμού. Δεν είναι εύκολο να εντοπίσουμε την ύπαρξη κοινωνιών, που να στηρίζουν πρακτικά την ισότητα.
     Η έλλειψη παιδείας αποτέλεσε και αποτελεί σημαντικό παράγοντα όξυνσης του φαινομένου. Το πνευματικό επίπεδο των λαών δεν ήταν ποτέ υψηλό, ώστε να γίνει συνείδηση ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι.
     Οι γενικευμένες κι παγκόσμιες ανακατατάξεις που συντελούνται με ραγδαίο ρυθμό, γεννούν ανασφάλεια και εχθρότητα προς καθετί και κάθε νέο στοιχείο.
     Κατά συνέπεια ο ρατσισμός είναι πρόβλημα κοινωνικό και πολιτικό και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπιστεί.
     Είναι σημαντικό διεθνείς οργανισμοί όπως ο ΟΗΕ, UNISEF κλπ. αλλά και επιφανείς προσωπικότητες καθώς και τα ΜΜΕ να αναλάβουν πρωτοβουλίες για την ανάδειξη του προβλήματος, την προβολή των συνεπειών του με στόχο την ευαισθητοποίηση του κάθε πολίτη.
     Τελικά ο ρατσισμός είναι κατ' εξοχήν θέμα παιδείας.

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Η ΑΘΛΗΣΗ ΟΠΛΟ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΧΥΣΑΡΚΕΙΑΣ

 Για μια ακόμη φορά γίναμε μάρτυρες πρωτοφανών άθλων στην ταχύτητα, τη δύναμη και την αντοχή στους Ολυμπιακούς αγώνες. Ενώ όμως οι αθλητές προσπαθούσαν να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους, εμείς οι κοινοί θνητοί ολοένα λιγότερο φροντίζαμε και φροντίζουμε για τη σωματική μας άσκηση.
Ο αθλητισμός βρίσκεται στο επίκεντρο της στρατηγικής της ΕΕ για την καταπολέμηση της παχυσαρκίας η οποία έχει λάβει διαστάσεις επιδημίας στην Ευρώπη και γενικότερα στον κόσμο. Η κατάσταση αυτή σχετίζεται με σωρεία προβλημάτων της υγείας όπως ο διαβήτης, οι καρδιακές παθήσεις και ορισμένες μορφές καρκίνου.
Οι κακές διατροφικές συνήθειες και η έλλειψη άσκησης ευθύνονται κυρίως για την παχυσαρκία. Οι Ευρωπαίοι περνούν κατά μέσο όρο έξι ώρες την ημέρα καθισμένοι, συνήθως μπροστά σε μια τηλεόραση ή έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Λιγότερο από το ένα τρίτο των ενηλίκων επιδίδεται σε τακτική σωματική άσκηση και περισσότεροι από τους μισούς ισχυρίζονται ότι δεν διαθέτουν τον χρόνο για περισσότερη άσκηση.
Η συνεχής αύξηση του βάρους δεν αποτελεί πρόβλημα μόνο στις ανεπτυγμένες αλλά και σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, με αποτέλεσμα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας να θεωρεί το φαινόμενο παγκόσμια επιδημία. Σε ορισμένες χώρες της ΕΕ οι μισοί περίπου ενήλικες είναι ευτραφείς και πολλοί είναι παχύσαρκοι, ενώ το 30% περίπου των παιδιών είναι υπέρβαρα.
Η Επιτροπή ζητά από τις κυβερνήσεις να μην προβάλλουν μόνο τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα του αθλητισμού αλλά και τα οφέλη του για την υγεία. Ο στόχος δεν είναι το χρυσό μετάλλιο όπως στους Ολυμπιακούς αγώνες αλλά η παράταση της ζωής μας.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας οι ενήλικες θα πρέπει να πραγματοποιούν ημίωρη ήπια σωματική άσκηση κάθε μέρα, ενώ τα παιδιά να ασκούνται καθημερινά τουλάχιστον 60 λεπτά.
Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παράλληλα με τα οφέλη για την υγεία, ο αθλητισμός προάγει αξίες όπως το ομαδικό πνεύμα, η ανεκτικότητα και η ευγενής άμιλλα.

ΠΗΓΗ: http://ec.europa.eu/news/environment/080814_1_el.htm

ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ


Συγκρίσεις και Επισηµάνσεις


Αυστηρά χρονικά όρια που να χωρίζουν την παλιά από τη νέα παιδαγωγική δεν υπάρχουν, καθώς
πολλά στοιχεία της παλιάς παιδαγωγικής συνεχίζουν να εφαρµόζονται µέχρι σήµερα στα σχολεία των
διάφορων χωρών και εν πολλοίς και στα σχολεία µας. Η παλιά και η νέα παιδαγωγική συµφωνούν ως
προς το βασικό σηµείο της ύπαρξης των δύο συντελεστών της παιδαγωγικής πράξης -του παιδαγωγού και του παιδιού- και του χώρου, δηλαδή του σχολείου µέσα στον οποίο συντελείται η πράξη αυτή.
Η παλιά αγωγή όµως θεωρεί, λιγότερο ή περισσότερο, κύριο συντελεστή του παιδαγωγικού έργου τον
παιδαγωγό και η νέα αγωγή βλέπει το παιδί ως βασικό παράγοντα στο παιδαγωγικό έργο. Κοινό σηµείο επαφής λοιπόν ανάµεσα στην παλιά και νέα παιδαγωγική είναι η ύπαρξη δύο παραγόντων που είναι χωρισµένοι σε στεγανά διαµερίσµατα, και σηµείο διαφορισµού ο βαθµός του ρόλου που παίζει καθένας από τους δύο παράγοντες. Η διαφορά δεν είναι κυρίως διαφορά ουσίας, αλλά διαφορά βαθµού. Στις ακραίες περιπτώσεις, η διαφορά είναι πολύ µεγάλη, ενώ στις άλλες περιπτώσεις µικραίνει. Η διαφορά π.χ. ανάµεσα σ’ ένα σχολείο που ακολουθεί την παιδαγωγική της απόλυτης ελευθερίας του παιδιού και σ’ ένα σχολείο όπου ο δάσκαλος µε τη βέργα στο χέρι, την οποία έχουµε γευτεί αρκετοί εξ ηµών, που κρατάει τα παιδιά σε απόλυτη ησυχία, χωρίς να επιτρέπει καµιά απολύτως κίνηση και καµιά ερώτηση, είναι µεγάλη. Αν όµως παραµερίσουµε αυτές τις ακραίες καταστάσεις, η αντίθεση ανάµεσα στην παλιά και στη νέα παιδαγωγική δεν είναι τόσο µεγάλη.
Η παλιά παιδαγωγική δεν παρουσιάζει µια µορφή, µεθοδολογικά ή θεωρητικά συγκεκριµένη. Στην
παλιά παιδαγωγική περιλαµβάνονται πολλές τάσεις, θεωρητικές και µεθοδολογικές. Και είναι φυσικό να υπάρχει αυτή η πολυµορφία, γιατί η παλιά παιδαγωγική καλλιεργήθηκε επί αιώνες στα σχολεία, από την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώµη ως τις µέρες µας. Παρόλες όµως τις διαφοροποιήσεις, η παλιά παιδαγωγική έχει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, που τα βρίσκουµε σ’ όλες τις εποχές, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο τονισµένα.
Οι κοινές αρχές της παλιάς παιδαγωγικής είναι η εµπειρία, η φιλοσοφική διερεύνηση των προβληµάτων, η προσφυγή στη θεωρητική ψυχολογία, η πίστη στη δύναµη της συνήθειας και η άσκηση για την απόκτηση ηθικής βούλησης. Η παλιά παιδαγωγική στηρίζεται βασικά στην εµπειρία. Πάνω απ’ όλα είναι η πείρα. Όσο µεγαλύτερη πείρα έχει ο δάσκαλος τόσο καλύτερος είναι. Οι εµπειρίες όµως είναι πολλές και διαφορετικές, οι εφαρµογές ποικίλες και η επιλογή της ορθότερης εµπειρίας δύσκολη, γιατί δεν υπάρχουν κριτήρια αντικειµενικά.. Το σταθερότερο κριτήριο είναι η λεγόµενη κοινή λογική. Αυτή όµως η κοινή λογική διαφέρει από εποχή σε εποχή και από περίπτωση σε περίπτωση. Στην παλιά παιδαγωγική φιλοσοφικές αλήθειες πολύ εύκολα µετατρέπονται σε παιδαγωγικές αλήθειες. Και γι’ αυτό το λόγο κατηγορείται ότι δε διερευνά τα προβλήµατα που απορρέουν από την εφαρµογή ή από τη θεωρητική αναζήτηση, αλλά ότι προβάλλει αξιώµατα, ότι δογµατίζει. Γενική πίστη όλων των οπαδών της παλιάς παιδαγωγικής είναι ότι η συνεχής άσκηση, η επίµονη και επαναληπτική διδασκαλία επιφέρουν παντού και πάντοτε άριστα αποτελέσµατα. Και συντελούν στο να αποκτήσει ο µαθητής ηθική βούληση. Όλα είναι ζήτηµα συνήθειας.
Όλες αυτές οι αρχές της παλιάς παιδαγωγικής απορρέουν από τα ενδιαφέροντα και τις πνευµατικές
ενασχολήσεις των µεγάλων. Το παιδί, σύµφωνα µε την άποψη της παλιάς παιδαγωγικής, δε διαφέρει από το µεγάλο παρά ως προς την ποσότητα των γνώσεων, των επιθυµιών και της λογικής. Η διαφορά
ανάµεσα στο µεγάλο και στο παιδί δεν είναι ποιοτική, αλλά ποσοτική. Θα δώσουµε λοιπόν στο παιδί όσα ζητάει και ο µεγάλος, αλλά σε µικρότερη ποσότητα και µε απλούστερο τρόπο, και αυτό συµβαίνει, γιατί η παλιά παιδαγωγική δε λογαριάζει το συντελεστή µαθητή, αλλά θέτει ως αρχή εκκίνησης το δάσκαλο, ώριµο άνθρωπο. Αντίθετα βασικό στοιχείο, σηµείο εκκίνησης τα νέας παιδαγωγικής είναι το παιδί, ο λεγόµενος παιδοκεντρισµός, µια αρχή που πρώτος τη διαπραγµατεύτηκε ο Ρουσσώ και πάνω σ’ αυτή θεµελίωσε την παιδαγωγική του. Η νέα παιδαγωγική διαφέρει από την παλιά, εκτός από τον παιδοκεντρισµό και στο γεγονός ότι στηρίζει τις βασικές παιδαγωγικές αρχές της στην επιστηµονική θεµελίωση. Ο παιδοκεντρισµός στη νέα παιδαγωγική δεν είναι µόνο µια θεωρητική αρχή, αλλά και ένα πεδίο επιστηµονικών ερευνών. Στην παλιά παιδαγωγική έχουµε την εµπειρική διερεύνηση των προβληµάτων, ενώ στη νέα έχουµε την επιστηµονική, τη µεθοδική παρατήρηση και έρευνα των προβληµάτων της παιδικής ηλικίας. Η νέα παιδαγωγική επίση ξεκινάει από την αρχή ότι ο µαθητής δεν έρχεται στο σχολείο για να διδαχθεί αλλά για να µάθει. Η παλιά παιδαγωγική, καθώς είπαµε ξεκινάει από το δάσκαλο, στο σχολείο δηλαδή ο δάσκαλος το µόνο που έχει να κάνει είναι να διδάσκει. Η νέα παιδαγωγική αντιστρέφει αυτή την αρχή και µας λέει ότι ο µαθητής στο σχολείο πρέπει να µαθαίνει, να αντικαταστήσουµε δηλαδή την από καθ’ έδρας διδασκαλία µε τη µάθηση και στο σχολείο να µην εφαρµόζουµε διδακτικές αρχές αλλά αρχές µάθησης. Στο σχολείο πρέπει να βάλουµε στο ράφι την απλούστευση, την τυποποίηση των γνώσεων, την αυταρχικότητα, την αποµνηµόνευση, τον αυστηρό έλεγχο, τη συνεχή επανάληψη, τις τιµωρίες, το αυξηµένο κύρος του δασκάλου και τον ανταγωνισµό.
Κλείνω αυτό το κοµµάτι της εισήγησής µου απαντώντας στο ερώτηµα «και σήµερα τι πρέπει να
κάνουµε;». Ο πειρασµός να υιοθετήσει κανείς τη µια από τις δυο παιδαγωγικές είναι υπαρκτός.
Υιοθετούµε και αποδεχόµαστε βεβαίως τις βασικές παιδαγωγικές αρχές της σύγχρονης παιδαγωγικής,
αλλά και στοιχεία της παλιάς παιδαγωγικής ακόµη και σήµερα έχουν την αξία τους. Όπως είπα και στη
αρχή αυτό που απορρίπτουµε είναι και στη µια και στην άλλη περίπτωση τις ακραίες παιδαγωγικές
καταστάσεις, την ελευθεριακή εκπαίδευση από τη µια και από την άλλη την αυταρχικότητα και τον
δασκαλοκεντρισµό. Πρέπει, όπως σ’ όλα τα πράγµατα στη ζωή να αναζητούµε αυτό που ο Αριστοτέλης ονόµασε µεσότητα ή αν θέλετε το µέτρο. Στο σχολείο δηλαδή δεν υπάρχει µόνο ο µαθητής ή µόνο ο δάσκαλος, να µη θεοποιήσουµε ούτε το µαθητή ούτε το δάσκαλο. Στο σχολείο δεν υπάρχει µόνο το ενδιαφέρον του µαθητή αλλά και του δασκάλου. ∆εν υπάρχει µόνο η προσωπική εµπειρία του µεγάλου αλλά υπάρχει και προσωπική εµπειρία του παιδιού και πρέπει σοβαρά να την λάβουµε υπόψη και να την αξιοποιήσουµε. Στην παιδευτική πράξη συµβάλλονται οι δυο παράγοντες και διαµορφώνουν µια καινούργια διαπροσωπική σχέση. Έξω από το σχολείο καθένας ακολουθεί το δρόµο του. Μέσα στο σχολείο συνεργάζονται, γιατί και ο µαθητής πρέπει να µάθει και ο δάσκαλος πρέπει να διδάξει. ∆εν πρέπει να επέλθει η υποταγή του ενός παράγοντα στον άλλο. Με την υποταγή κανένας δεν κερδίζει. Το σχολείο έχει ανάγκη και τους δυο. Η σχολική πράξη αναζητά παντού το σωστό, πρωτίστως στο πεδίο της νέας παιδαγωγικής αλλά και στο πεδίο της παλιάς για να επιλέξουµε εκείνα τα στοιχεία της που και σήµερα µας είναι χρήσιµα.

ΠΗΓΗ: Κείμενο Γιάννη Π. Τζήκα